Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεωφορειακός

/le.o.fo.ɾi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με ή αναφερόμενος στα λεωφορεία Βικιλεξικό
    • Από απόψε για πρώτη φορά, το Μετρό, το Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές θα λειτουργούν καθ’ όλο το 24ωρο, καθώς ξεκινά η πολιτική εφαρμογή της 24ωρης λειτουργίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. (Σε 24ωρη λειτουργία από σήμερα Μετρό, Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές – Τα δρομολόγια, thriassio.gr, 05/07/2025 https://thriassio.gr/se-24ori-leitoyrgia-apo-simera-metro-tram-kai-epilegmenes-leoforeiakes-grammes-ta-dromologia/)

Ετυμολογία

λεωφορειακός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα λεωφορειακός. Συγχρονικά αναλύεται σε λεωφορεί(ο) + -ακός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεωφορειακόςλεωφορειακήλεωφορειακό
Γενικήλεωφορειακούλεωφορειακήςλεωφορειακού
Αιτιατικήλεωφορειακόλεωφορειακήλεωφορειακό
Κλητικήλεωφορειακέλεωφορειακήλεωφορειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεωφορειακοίλεωφορειακέςλεωφορειακά
Γενικήλεωφορειακώνλεωφορειακώνλεωφορειακών
Αιτιατικήλεωφορειακούςλεωφορειακέςλεωφορειακά
Κλητικήλεωφορειακοίλεωφορειακέςλεωφορειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →