Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεωφορειατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαιδιοκτήτης, κάτοχος λεωφορείου Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαo κάτοχος άδειας οδήγησης λεωφορείων, ο οδηγός λεωφορείου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεωφορειατζής < λεωφορείο + -ατζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεωφορειατζήςλεωφορειατζήδες
Γενικήλεωφορειατζήλεωφορειατζήδων
Αιτιατικήλεωφορειατζήλεωφορειατζήδες
Κλητικήλεωφορειατζήλεωφορειατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →