λεωφορειατζής
•
- επάγγελμαιδιοκτήτης, κάτοχος λεωφορείου Βικιλεξικό
- επάγγελμαo κάτοχος άδειας οδήγησης λεωφορείων, ο οδηγός λεωφορείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεωφορειατζής < λεωφορείο + -ατζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεωφορειατζής | λεωφορειατζήδες |
| Γενική | λεωφορειατζή | λεωφορειατζήδων |
| Αιτιατική | λεωφορειατζή | λεωφορειατζήδες |
| Κλητική | λεωφορειατζή | λεωφορειατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →