λεωφορειολωρίδα
•
- ειδική λωρίδα κυκλοφορίας σε δρόμο, στην οποία επιτρέπεται να κινούνται (σχεδόν αποκλειστικά) λεωφορεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεωφορειολωρίδα < λεωφορείο + -ο- + λωρίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεωφορειολωρίδα | λεωφορειολωρίδες |
| Γενική | λεωφορειολωρίδας | λεωφορειολωρίδων |
| Αιτιατική | λεωφορειολωρίδα | λεωφορειολωρίδες |
| Κλητική | λεωφορειολωρίδα | λεωφορειολωρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →