λεύκωμα
•
- βιβλίο με λευκές σελίδες που περιέχει εικόνες/φωτογραφίες κι είναι συνήθως ειδικής εκδόσεως, περιλαμβάνοντας κείμενα όπως μαρτυρίες, σχόλια, κρίσεις και περιγραφές περί συγκεκριμένων θεμάτων, γεγονότων, τόπων, επιφανών προσώπων, ιστορικών κ.λπ. Βικιλεξικό
- ειδικότερατετράδιο όπου γράφουν φιλικά του πρόσωπα σύντομες αφιερώσεις και καλές ευχές προς τον κάτοχό του Βικιλεξικό
- βιοχημείασύνθετη οργανική ένωση, θρεπτική ουσία των κυττάρων Βικιλεξικό
- ειδικότερατο ασπράδι του αβγού Βικιλεξικό
- ιατρικήθαμπή λευκή κηλίδα ευρισκομένη στον κερατοειδή του οφθαλμού εξαιτίας νόσου ή τραύματος Βικιλεξικό
- σπάνιοη λευκωματουρία ή πρωτεϊνουρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεύκωμα < αρχαία ελληνική λεύκωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεύκωμα | λευκώματα |
| Γενική | λευκώματος | λευκωμάτων |
| Αιτιατική | λεύκωμα | λευκώματα |
| Κλητική | λεύκωμα | λευκώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →