Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεύκωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βιβλίο με λευκές σελίδες που περιέχει εικόνες/φωτογραφίες κι είναι συνήθως ειδικής εκδόσεως, περιλαμβάνοντας κείμενα όπως μαρτυρίες, σχόλια, κρίσεις και περιγραφές περί συγκεκριμένων θεμάτων, γεγονότων, τόπων, επιφανών προσώπων, ιστορικών κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. ειδικότερατετράδιο όπου γράφουν φιλικά του πρόσωπα σύντομες αφιερώσεις και καλές ευχές προς τον κάτοχό του Βικιλεξικό
  3. βιοχημείασύνθετη οργανική ένωση, θρεπτική ουσία των κυττάρων Βικιλεξικό
  4. ειδικότερατο ασπράδι του αβγού Βικιλεξικό
  5. ιατρικήθαμπή λευκή κηλίδα ευρισκομένη στον κερατοειδή του οφθαλμού εξαιτίας νόσου ή τραύματος Βικιλεξικό
  6. σπάνιοη λευκωματουρία ή πρωτεϊνουρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεύκωμα < αρχαία ελληνική λεύκωμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεύκωμαλευκώματα
Γενικήλευκώματοςλευκωμάτων
Αιτιατικήλεύκωμαλευκώματα
Κλητικήλεύκωμαλευκώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →