Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ληκτικός

/li.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μ’ αυτόν λήγει / τελειώνει κάτι, που υπάρχει στο τέλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ληκτικός < αρχαία ελληνική ληκτικός < λήγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήληκτικόςληκτικήληκτικό
Γενικήληκτικούληκτικήςληκτικού
Αιτιατικήληκτικόληκτικήληκτικό
Κλητικήληκτικέληκτικήληκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήληκτικοίληκτικέςληκτικά
Γενικήληκτικώνληκτικώνληκτικών
Αιτιατικήληκτικούςληκτικέςληκτικά
Κλητικήληκτικοίληκτικέςληκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →