λημεριάζω
•
- λαϊκότροποέχω το λημέρι, το κρησφύγετό μου Βικιλεξικό
- Εδώ λημεριάζουν οι ληστές, είπα, χαθήκαμε. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- λαϊκότροποπερνάω την ώρα μου σε κάποιον τόπο οικείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λημεριάζω < λημέρ(ι) + -ιάζω. Δείτε και μεσαιωνική ελληνική ὁλημερίζω (περνάω όλη τη μέρα)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λημεριάζω | λημεριάζεις | λημεριάζει | λημεριάζουμε | λημεριάζετε | λημεριάζουν / λημεριάζουνε |
| Παρατατικός | λημέριαζα | λημέριαζες | λημέριαζε | λημεριάζαμε | λημεριάζατε | λημέριαζαν / λημεριάζαν / λημεριάζανε |
| Αόριστος | λημέριασα | λημέριασες | λημέριασε | λημεριάσαμε | λημεριάσατε | λημέριασαν / λημεριάσαν / λημεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα λημεριάζω / θα λημεριάσω | θα λημεριάζεις / θα λημεριάσεις | θα λημεριάζει / θα λημεριάσει | θα λημεριάζουμε / θα λημεριάσουμε | θα λημεριάζετε / θα λημεριάσετε | θα λημεριάζουν / θα λημεριάζουνε / θα λημεριάσουν / θα λημεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λημεριάσει | έχεις λημεριάσει | έχει λημεριάσει | έχουμε λημεριάσει | έχετε λημεριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λημεριάσει | είχες λημεριάσει | είχε λημεριάσει | είχαμε λημεριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λημεριάσει / να λημεριάζω / να λημεριάσω | να έχεις λημεριάσει / να λημεριάζεις / να λημεριάσεις | να έχει λημεριάσει / να λημεριάζει / να λημεριάσει | να έχουμε λημεριάσει / να λημεριάζουμε / να λημεριάσουμε | να έχετε λημεριάσει / να λημεριάζετε / να λημεριάσετε | να λημεριάζουν / να λημεριάζουνε / να λημεριάσουν / να λημεριάσουνε |
| Προστακτική | — | λημέριαζε / λημέριασε | — | — | λημεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λημεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →