ληνοβάτης
•
- λόγιοαυτός που σε πατητήρι πατάει σταφύλια, κατά τη διαδικασία παραγωγής κρασιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ληνοβάτης < (ελληνιστική κοινή) < ληνός + αρχαία ελληνική βαίνω. Συγχρονικά αναλύεται σε ληνο- + -βάτης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ληνοβάτης | ληνοβάτες |
| Γενική | ληνοβάτη | ληνοβατών |
| Αιτιατική | ληνοβάτη | ληνοβάτες |
| Κλητική | ληνοβάτη | ληνοβάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →