Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λησμονησιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικόλησμονιά Βικιλεξικό
    • Σὲ λησμονησιὰ κ' εἰς ὕπνο βυθισμένος, / δὲν ἐξύπνησε ὁ νιὸς ὁ πικραμένος. (Αχιλλέας Παράσχος, Η Μάγισσα)
    • Οὔτε τραγοῦδι, οὔτε χαρτὶ τὸ ῥῆγα μελετάει· / λησμονησιὰ παντοῦ, παντοῦ καταστροφῆς τρομάρα· / αὐτά 'καμε τοῦ γέροντα τραγουδιστή ἡ κατάρα. (Λούντβιχ Ούλαντ, Η κατάρα του τραγουδιστή, μτφρ. Λορέντζος Μαβίλης)

Ετυμολογία

λησμονησιά < λησμονώ + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλησμονησιάλησμονησιές
Γενικήλησμονησιάςλησμονησιών
Αιτιατικήλησμονησιάλησμονησιές
Κλητικήλησμονησιάλησμονησιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →