λησμονιάρης
•
- που ξεχνά εύκολα, ο ξεχασιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λησμονιάρης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λησμονιάρης | λησμονιάρα | λησμονιάρικο |
| Γενική | λησμονιάρη | λησμονιάρας | λησμονιάρικου |
| Αιτιατική | λησμονιάρη | λησμονιάρα | λησμονιάρικο |
| Κλητική | λησμονιάρη | λησμονιάρα | λησμονιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λησμονιάρηδες | λησμονιάρες | λησμονιάρικα |
| Γενική | λησμονιάρηδων | — | λησμονιάρικων |
| Αιτιατική | λησμονιάρηδες | λησμονιάρες | λησμονιάρικα |
| Κλητική | λησμονιάρηδες | λησμονιάρες | λησμονιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →