Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λησμονώ

/li.zmoˈno/ρήμα
•
  1. ξεχνώ Βικιλεξικό
    • Ό,τ’ έγινε έγινε· λησμόνα το, μουρμούρισε σκυμμένος απάνω στο κεφάλι της, μην έχοντας πια τη δύναμη να το σηκώσει. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )

Ετυμολογία

λησμονώ < (ελληνιστική κοινή) (απαντά ο τύπος μετοχής λησμονηθέντες), συγγενές με το αρχαιοελληνικό λησμοσύνη και το λήθω / λανθάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλησμονώλησμονείςλησμονείλησμονούμελησμονείτελησμονούν / λησμονούνε
Παρατατικόςλησμονούσαλησμονούσεςλησμονούσελησμονούσαμελησμονούσατελησμονούσαν / λησμονούσανε
Αόριστοςλησμόνησαλησμόνησεςλησμόνησελησμονήσαμελησμονήσατελησμονήσαν / λησμονήσανε / λησμόνησαν
Μέλλονταςθα λησμονήσω / θα λησμονώθα λησμονήσεις / θα λησμονείςθα λησμονήσει / θα λησμονείθα λησμονήσουμε / θα λησμονούμεθα λησμονήσετε / θα λησμονείτεθα λησμονήσουν / θα λησμονήσουνε / θα λησμονούν / θα λησμονούνε
Παρακείμενοςέχω λησμονήσειέχεις λησμονήσειέχει λησμονήσειέχουμε λησμονήσειέχετε λησμονήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λησμονήσειείχες λησμονήσειείχε λησμονήσειείχαμε λησμονήσει——
Υποτακτικήνα έχω λησμονήσει / να λησμονήσω / να λησμονώνα έχεις λησμονήσει / να λησμονήσεις / να λησμονείςνα έχει λησμονήσει / να λησμονήσει / να λησμονείνα έχουμε λησμονήσει / να λησμονήσουμε / να λησμονούμενα έχετε λησμονήσει / να λησμονήσετε / να λησμονείτενα λησμονήσουν / να λησμονήσουνε / να λησμονούν / να λησμονούνε
Προστακτική—λησμόνει / λησμόνησε——λησμονήστε / λησμονείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →