λησμονώ
•
- ξεχνώ Βικιλεξικό
- Ό,τ’ έγινε έγινε· λησμόνα το, μουρμούρισε σκυμμένος απάνω στο κεφάλι της, μην έχοντας πια τη δύναμη να το σηκώσει. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
Ετυμολογία
λησμονώ < (ελληνιστική κοινή) (απαντά ο τύπος μετοχής λησμονηθέντες), συγγενές με το αρχαιοελληνικό λησμοσύνη και το λήθω / λανθάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λησμονώ | λησμονείς | λησμονεί | λησμονούμε | λησμονείτε | λησμονούν / λησμονούνε |
| Παρατατικός | λησμονούσα | λησμονούσες | λησμονούσε | λησμονούσαμε | λησμονούσατε | λησμονούσαν / λησμονούσανε |
| Αόριστος | λησμόνησα | λησμόνησες | λησμόνησε | λησμονήσαμε | λησμονήσατε | λησμονήσαν / λησμονήσανε / λησμόνησαν |
| Μέλλοντας | θα λησμονήσω / θα λησμονώ | θα λησμονήσεις / θα λησμονείς | θα λησμονήσει / θα λησμονεί | θα λησμονήσουμε / θα λησμονούμε | θα λησμονήσετε / θα λησμονείτε | θα λησμονήσουν / θα λησμονήσουνε / θα λησμονούν / θα λησμονούνε |
| Παρακείμενος | έχω λησμονήσει | έχεις λησμονήσει | έχει λησμονήσει | έχουμε λησμονήσει | έχετε λησμονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λησμονήσει | είχες λησμονήσει | είχε λησμονήσει | είχαμε λησμονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λησμονήσει / να λησμονήσω / να λησμονώ | να έχεις λησμονήσει / να λησμονήσεις / να λησμονείς | να έχει λησμονήσει / να λησμονήσει / να λησμονεί | να έχουμε λησμονήσει / να λησμονήσουμε / να λησμονούμε | να έχετε λησμονήσει / να λησμονήσετε / να λησμονείτε | να λησμονήσουν / να λησμονήσουνε / να λησμονούν / να λησμονούνε |
| Προστακτική | — | λησμόνει / λησμόνησε | — | — | λησμονήστε / λησμονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →