Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ληστεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςαφαίρεση ξένης κινητής περιουσίας με χρήση ή απειλή φυσικής ή ψυχολογικής βίας, με σκοπό τον ιδιοτελή σφετερισμό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη συστηματική δράση ληστών ως κοινωνικό ή εγκληματολογικό φαινόμενο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπράξη υπερβολικής εκμετάλλευσης ή άδικης αποκόμισης οφέλους σε βάρος άλλων Βικιλεξικό
  4. ιστορίαη παρατεταμένη παρουσία και ενέργεια ένοπλων ληστών σε αγροτικές ή ημιορεινές περιοχές, ιδίως σε εποχές κρατικής αδυναμίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ληστεία < αρχαία ελληνική λῃστεία < λῃστεύω < λῃστής < λῄζομαι / ληΐζομαι < ληΐς < πρωτοελληνική *lāwíts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wíds < *leh₂w- (αρπάζω, κερδίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήληστείαληστείες
Γενικήληστείαςληστειών
Αιτιατικήληστείαληστείες
Κλητικήληστείαληστείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →