ληστεία
•
- νομικός όροςαφαίρεση ξένης κινητής περιουσίας με χρήση ή απειλή φυσικής ή ψυχολογικής βίας, με σκοπό τον ιδιοτελή σφετερισμό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη συστηματική δράση ληστών ως κοινωνικό ή εγκληματολογικό φαινόμενο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπράξη υπερβολικής εκμετάλλευσης ή άδικης αποκόμισης οφέλους σε βάρος άλλων Βικιλεξικό
- ιστορίαη παρατεταμένη παρουσία και ενέργεια ένοπλων ληστών σε αγροτικές ή ημιορεινές περιοχές, ιδίως σε εποχές κρατικής αδυναμίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ληστεία < αρχαία ελληνική λῃστεία < λῃστεύω < λῃστής < λῄζομαι / ληΐζομαι < ληΐς < πρωτοελληνική *lāwíts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wíds < *leh₂w- (αρπάζω, κερδίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ληστεία | ληστείες |
| Γενική | ληστείας | ληστειών |
| Αιτιατική | ληστεία | ληστείες |
| Κλητική | ληστεία | ληστείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →