ληστοπραξία
•
- οποιαδήποτε πράξη που αναγνωρίζεται ως ληστεία σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ληστοπραξία < ληστ(ής) + -ο- + πράξη + -ία, (μαρτυρείται από το 1871)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ληστοπραξία | ληστοπραξίες |
| Γενική | ληστοπραξίας | ληστοπραξιών |
| Αιτιατική | ληστοπραξία | ληστοπραξίες |
| Κλητική | ληστοπραξία | ληστοπραξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →