λητάρι
•
- λαϊκόσχοινί που χρησιμοποιείται στο δέσιμο των κατοικίδιων ζώων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λητάρι < μεσαιωνική ελληνική λητάρι / λητάριν < ελληνιστική κοινή εἰλητάριον < υποκοριστικό του εἰλητός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λητάρι | λητάρια |
| Γενική | ληταριού | ληταριών |
| Αιτιατική | λητάρι | λητάρια |
| Κλητική | λητάρι | λητάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →