λιάζω
•
- εκθέτω κάτι στην ακτινοβολία του ήλιου Βικιλεξικό
- Έλιαζε το κορμί του στην παραλία. (έκανε ηλιοθεραπεία)
- Άπλωσαν τις ντομάτες έξω για να τις λιάσουν.
Ετυμολογία
λιάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἡλιάζω με αποβολή του αρχικού φωνήεντος. Συγχρονικά αναλύεται σε ήλι(ος) + -άζω. Το αρχαίο ἡλιάζομαι είχε τη σημασία «είμαι μέλος της Ἡλιαίας» Δείτε και ἥλιος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιάζω | λιάζεις | λιάζει | λιάζουμε | λιάζετε | λιάζουν / λιάζουνε |
| Παρατατικός | έλιαζα | έλιαζες | έλιαζε | λιάζαμε | λιάζατε | έλιαζαν / λιάζαν / λιάζανε |
| Αόριστος | έλιασα | έλιασες | έλιασε | λιάσαμε | λιάσατε | έλιασαν / λιάσαν / λιάσανε |
| Μέλλοντας | θα λιάζω / θα λιάσω | θα λιάζεις / θα λιάσεις | θα λιάζει / θα λιάσει | θα λιάζουμε / θα λιάσουμε | θα λιάζετε / θα λιάσετε | θα λιάζουν / θα λιάζουνε / θα λιάσουν / θα λιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιάσει | έχεις λιάσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιάσει | είχες λιάσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιάσει / να λιάζω / να λιάσω | να έχεις λιάσει / να λιάζεις / να λιάσεις | να λιάζει / να λιάσει | να λιάζουμε / να λιάσουμε | να λιάζετε / να λιάσετε | να λιάζουν / να λιάζουνε / να λιάσουν / να λιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε λιασμένο / λιάζε / λιάσε | — | — | λιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λιάστηκαλιάζομαιλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →