λιάνα
•
- βοτανικήμακρόστενο ξυλώδες φυτό που αναρριχάται με τη βοήθεια παρακείμενων φυτών αναζητώντας ηλιακό φως Βικιλεξικό
- Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
Ετυμολογία
λιάνα < αγγλική liana < γαλλική liane
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιάνα | λιάνες |
| Γενική | λιάνας | — |
| Αιτιατική | λιάνα | λιάνες |
| Κλητική | λιάνα | λιάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →