Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιάνα

/ˈʎana/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήμακρόστενο ξυλώδες φυτό που αναρριχάται με τη βοήθεια παρακείμενων φυτών αναζητώντας ηλιακό φως Βικιλεξικό
    • Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)

Ετυμολογία

λιάνα < αγγλική liana < γαλλική liane

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιάναλιάνες
Γενικήλιάνας—
Αιτιατικήλιάναλιάνες
Κλητικήλιάναλιάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λιανά

/ʎaˈna/ουσιαστικό
•
  1. νόμισματα ψιλά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιανά < λιανός + -ά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιανάλιανά
Γενική—λιανών
Αιτιατική—λιανά
Κλητική—λιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λιανά

/ʎaˈna/επίρρημα
•
  1. λεπτομερώς, αναλυτικά Βικιλεξικό
    • Σκέφτηκε πώς να κάνει λιανά στον φίλο του την όλη υπόθεση.
    • Είναι δηλαδή δυόμισι φορές το ΑΕΠ της Ελλάδας ή, για να το κάνουμε πιο λιανά και κάπως να το καταλάβουμε, μιας και αυτά τα μεγέθη είναι σχεδόν εκτός νοήματος για μας, είναι πάνω από πέντε φορές το δάνειο που μας πρόσφερε το ΔΝΤ με τη διαπιστωμένη γενναιοδωρία του. (*enet.gr)

Ετυμολογία

λιανά < λιανός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →