Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιανική

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πώληση προϊόντων απευθείας στους καταναλωτές κι όχι σε εμπόρους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιανική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου λιανικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιανικήλιανικές
Γενικήλιανικήςλιανικών
Αιτιατικήλιανικήλιανικές
Κλητικήλιανικήλιανικές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →