Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιανικός

/ʎa.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δίνεται, που πουλιέται σε μικρές ποσότητες Βικιλεξικό
    • Με δεδομένη την διάρθρωση της τοπικής οικονομίας (κυριαρχία πρωτογενή τομέα και λιανικού εμπορίου) και τις δυσκολίες απεξάρτησης, μεσοπρόθεσμα, από τη μόνη δυνατή σήμερα παραγωγή πρώτης ύλης στον πρωτογενή τομέα , όσο ο πολυπληθής γεωργικός πληθυσμός της ενδοχώρας – πολυδραστήριος ή μη συμβάλλει στην στήριξη της οικονομίας της μικρής πόλης (επιμέλεια Δημήτρη Οικονόμου και Γιώργου Πετράκου, Η ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων: διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας-"Gutenberg", 2004, σελ. 187)

Ετυμολογία

λιανικός < λιανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιανικόςλιανικήλιανικό
Γενικήλιανικούλιανικήςλιανικού
Αιτιατικήλιανικόλιανικήλιανικό
Κλητικήλιανικέλιανικήλιανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιανικοίλιανικέςλιανικά
Γενικήλιανικώνλιανικώνλιανικών
Αιτιατικήλιανικούςλιανικέςλιανικά
Κλητικήλιανικοίλιανικέςλιανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →