λιανοπωλητής
•
- επάγγελμαέμπορος που ασχολείται με το λιανεμπόριο, τη λιανική (αγορά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιανοπωλητής < λιαν(ικής) + -ο- + πωλητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιανοπωλητής | λιανοπωλητές |
| Γενική | λιανοπωλητή | λιανοπωλητών |
| Αιτιατική | λιανοπωλητή | λιανοπωλητές |
| Κλητική | λιανοπωλητή | λιανοπωλητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →