Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιβανέζικος

/li.vaˈne.zi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον Λίβανο ή τους κατοίκους του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιβανέζικος < Λιβανέζ(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιβανέζικοςλιβανέζικηλιβανέζικο
Γενικήλιβανέζικουλιβανέζικηςλιβανέζικου
Αιτιατικήλιβανέζικολιβανέζικηλιβανέζικο
Κλητικήλιβανέζικελιβανέζικηλιβανέζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιβανέζικοιλιβανέζικεςλιβανέζικα
Γενικήλιβανέζικωνλιβανέζικωνλιβανέζικων
Αιτιατικήλιβανέζικουςλιβανέζικεςλιβανέζικα
Κλητικήλιβανέζικοιλιβανέζικεςλιβανέζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →