λιβανίζω
•
- σπάνιοκαίω λιβάνι Βικιλεξικό
- ειδικότεραθυμιατίζω, κινώ το θυμιατό, στο οποίο καίγεται λιβάνι, μπροστά από εικόνες ή πιστούς Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαναλαμβάνω τα ίδια λόγια ή τις ίδιες κινήσεις με σκοπό ή διάθεση: Βικιλεξικό
- να ενοχλήσω κάποιον
- να καθυστερήσω κάτι
Ετυμολογία
λιβανίζω < λιβάνι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιβανίζω | λιβανίζεις | λιβανίζει | λιβανίζουμε | λιβανίζετε | λιβανίζουν / λιβανίζουνε |
| Παρατατικός | λιβάνιζα | λιβάνιζες | λιβάνιζε | λιβανίζαμε | λιβανίζατε | λιβάνιζαν / λιβανίζαν / λιβανίζανε |
| Αόριστος | λιβάνισα | λιβάνισες | λιβάνισε | λιβανίσαμε | λιβανίσατε | λιβάνισαν / λιβανίσαν / λιβανίσανε |
| Μέλλοντας | θα λιβανίζω / θα λιβανίσω | θα λιβανίζεις / θα λιβανίσεις | θα λιβανίζει / θα λιβανίσει | θα λιβανίζουμε / θα λιβανίσουμε | θα λιβανίζετε / θα λιβανίσετε | θα λιβανίζουν / θα λιβανίζουνε / θα λιβανίσουν / θα λιβανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιβανίσει | έχεις λιβανίσει | έχει λιβανίσει | έχουμε λιβανίσει | έχετε λιβανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιβανίσει | είχες λιβανίσει | είχε λιβανίσει | είχαμε λιβανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιβανίσει / να λιβανίζω / να λιβανίσω | να έχεις λιβανίσει / να λιβανίζεις / να λιβανίσεις | να έχει λιβανίσει / να λιβανίζει / να λιβανίσει | να έχουμε λιβανίσει / να λιβανίζουμε / να λιβανίσουμε | να έχετε λιβανίσει / να λιβανίζετε / να λιβανίσετε | να λιβανίζουν / να λιβανίζουνε / να λιβανίσουν / να λιβανίσουνε |
| Προστακτική | — | λιβάνιζε / λιβάνισε | — | — | λιβανίζετε / λιβανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →