λιβανωτός
•
- ο αναφερόμενος στο λιβάνι ή ο σχετικός μ' αυτό Βικιλεξικό
- το ουδέτερο ως ουσ: Το λιβανωτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιβανωτός < λιβάνι + -ωτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιβανωτός | λιβανωτή | λιβανωτό |
| Γενική | λιβανωτού | λιβανωτής | λιβανωτού |
| Αιτιατική | λιβανωτό | λιβανωτή | λιβανωτό |
| Κλητική | λιβανωτέ | λιβανωτή | λιβανωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιβανωτοί | λιβανωτές | λιβανωτά |
| Γενική | λιβανωτών | λιβανωτών | λιβανωτών |
| Αιτιατική | λιβανωτούς | λιβανωτές | λιβανωτά |
| Κλητική | λιβανωτοί | λιβανωτές | λιβανωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →