Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιβανωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αναφερόμενος στο λιβάνι ή ο σχετικός μ' αυτό Βικιλεξικό
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το λιβανωτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιβανωτός < λιβάνι + -ωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιβανωτόςλιβανωτήλιβανωτό
Γενικήλιβανωτούλιβανωτήςλιβανωτού
Αιτιατικήλιβανωτόλιβανωτήλιβανωτό
Κλητικήλιβανωτέλιβανωτήλιβανωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιβανωτοίλιβανωτέςλιβανωτά
Γενικήλιβανωτώνλιβανωτώνλιβανωτών
Αιτιατικήλιβανωτούςλιβανωτέςλιβανωτά
Κλητικήλιβανωτοίλιβανωτέςλιβανωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →