λιγδιάζω
•
- λερώνω με λίγδα Βικιλεξικό
- λερώνομαι με λίγδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιγδιάζω < λίγδα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιγδιάζω | λιγδιάζεις | λιγδιάζει | λιγδιάζουμε | λιγδιάζετε | λιγδιάζουν / λιγδιάζουνε |
| Παρατατικός | λίγδιαζα | λίγδιαζες | λίγδιαζε | λιγδιάζαμε | λιγδιάζατε | λίγδιαζαν / λιγδιάζαν / λιγδιάζανε |
| Αόριστος | λίγδιασα | λίγδιασες | λίγδιασε | λιγδιάσαμε | λιγδιάσατε | λίγδιασαν / λιγδιάσαν / λιγδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα λιγδιάζω / θα λιγδιάσω | θα λιγδιάζεις / θα λιγδιάσεις | θα λιγδιάζει / θα λιγδιάσει | θα λιγδιάζουμε / θα λιγδιάσουμε | θα λιγδιάζετε / θα λιγδιάσετε | θα λιγδιάζουν / θα λιγδιάζουνε / θα λιγδιάσουν / θα λιγδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιγδιάσει | έχεις λιγδιάσει | έχει λιγδιάσει | έχουμε λιγδιάσει | έχετε λιγδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιγδιάσει | είχες λιγδιάσει | είχε λιγδιάσει | είχαμε λιγδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιγδιάσει / να λιγδιάζω / να λιγδιάσω | να έχεις λιγδιάσει / να λιγδιάζεις / να λιγδιάσεις | να έχει λιγδιάσει / να λιγδιάζει / να λιγδιάσει | να έχουμε λιγδιάσει / να λιγδιάζουμε / να λιγδιάσουμε | να έχετε λιγδιάσει / να λιγδιάζετε / να λιγδιάσετε | να λιγδιάζουν / να λιγδιάζουνε / να λιγδιάσουν / να λιγδιάσουνε |
| Προστακτική | — | λίγδιαζε / λίγδιασε | — | — | λιγδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λιγδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →