λιγδοτάμπαρος
•
- κυριολεκτικάπου φοράει ένα λιγδιασμένο ταμπάρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάγλοιώδης, σιχαμερός, άπλυτος Βικιλεξικό
- Δεξά του, στη γωνιά, αδύναμος, λιγδοτάμπαρος, φτενοκέφαλος, με τσιμπλιασμένα μάτια, με δυο χοντρές χερούκλες γεμάτες ρόζους, κάθουνταν συμμαζεμένος και ταπεινός ο δεύτερος προεστός (@books.google)
Ετυμολογία
λιγδοτάμπαρος < λιγδοτάμπαρ(ο) + -ος < λίγδ(α) + -ο- + ταμπάρ(ο) + -ος (< ιταλικά tabarro < παλαιά γαλλικά tabart)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγδοτάμπαρος | λιγδοτάμπαρη | λιγδοτάμπαρο |
| Γενική | λιγδοτάμπαρου | λιγδοτάμπαρης | λιγδοτάμπαρου |
| Αιτιατική | λιγδοτάμπαρο | λιγδοτάμπαρη | λιγδοτάμπαρο |
| Κλητική | λιγδοτάμπαρε | λιγδοτάμπαρη | λιγδοτάμπαρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγδοτάμπαροι | λιγδοτάμπαρες | λιγδοτάμπαρα |
| Γενική | λιγδοτάμπαρων | λιγδοτάμπαρων | λιγδοτάμπαρων |
| Αιτιατική | λιγδοτάμπαρους | λιγδοτάμπαρες | λιγδοτάμπαρα |
| Κλητική | λιγδοτάμπαροι | λιγδοτάμπαρες | λιγδοτάμπαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →