Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιγνιτωρυχικός

/li.ɣni.to.ɾi.çiˈkoς/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λιγνιτωρυχείο ή λιγνιτωρύχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιγνιτωρυχικός < λιγνιτωρυχείο / λιγνιτωρύχος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγνιτωρυχικόςλιγνιτωρυχικήλιγνιτωρυχικό
Γενικήλιγνιτωρυχικούλιγνιτωρυχικήςλιγνιτωρυχικού
Αιτιατικήλιγνιτωρυχικόλιγνιτωρυχικήλιγνιτωρυχικό
Κλητικήλιγνιτωρυχικέλιγνιτωρυχικήλιγνιτωρυχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγνιτωρυχικοίλιγνιτωρυχικέςλιγνιτωρυχικά
Γενικήλιγνιτωρυχικώνλιγνιτωρυχικώνλιγνιτωρυχικών
Αιτιατικήλιγνιτωρυχικούςλιγνιτωρυχικέςλιγνιτωρυχικά
Κλητικήλιγνιτωρυχικοίλιγνιτωρυχικέςλιγνιτωρυχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →