λιγνιτωρύχος
•
- που εργάζεται σε λιγνιτωρυχείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιγνιτωρύχος < λιγνιτωρυχ(είο) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγνιτωρύχος | λιγνιτωρύχοι |
| Γενική | λιγνιτωρύχου | λιγνιτωρύχων |
| Αιτιατική | λιγνιτωρύχο | λιγνιτωρύχους |
| Κλητική | λιγνιτωρύχε | λιγνιτωρύχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →