λιγνιτόπλινθος
•
- πλίνθος φτιαγμένος από λιγνίτη Βικιλεξικό
- Το βιομηχανικό συγκρότημα παραγωγής λιγνιτοπλίνθων και ηλεκτρικής ενέργειας της ΛΙΠΤΟΛ (Περιοδικό Ορυκτός Πλούτος, 104 (1997))
Ετυμολογία
λιγνιτόπλινθος < λιγνίτης + -ο- + πλίνθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγνιτόπλινθος | λιγνιτόπλινθοι |
| Γενική | λιγνιτοπλίνθου / λιγνιτόπλινθου | λιγνιτοπλίνθων / λιγνιτόπλινθων |
| Αιτιατική | λιγνιτόπλινθο | λιγνιτοπλίνθους / λιγνιτόπλινθους |
| Κλητική | λιγνιτόπλινθε | λιγνιτόπλινθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →