Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιγοσύνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λιτότητα, το να έχει κανείς μικρή ποσότητα Βικιλεξικό
    • Λοιπόν τριγύριζα μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο φυσική τη λιγοσύνη της (Οδυσσέας Ελύτης, Μικρός Ναυτίλος, 1985)

Ετυμολογία

λιγοσύνη < λίγ(ος) + -οσύνη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιγοσύνηλιγοσύνες
Γενικήλιγοσύνηςλιγοσυνών
Αιτιατικήλιγοσύνηλιγοσύνες
Κλητικήλιγοσύνηλιγοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →