λιγυρός
•
- μελωδικός, εύηχος Βικιλεξικό
- […] την ημέραν εκείνην δεν με αφύπνιζεν η θηριωδία των περιπλανωμένων αυτών τεράτων, δεν ήκουον τας λιγυράς φωνάς των κουλουροπωλών, δεν ήκουον βήματα διαβατών εις την πολυσύχναστον οδόν. (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι)
- ευλύγιστος, λυγερός Βικιλεξικό
- ευχάριστος Βικιλεξικό
- που έχει καθαρό, δυνατό ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιγυρός < αρχαία ελληνική λιγυρός < *λιγυλός < λιγύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγυρός | λιγυρή | λιγυρό |
| Γενική | λιγυρού | λιγυρής | λιγυρού |
| Αιτιατική | λιγυρό | λιγυρή | λιγυρό |
| Κλητική | λιγυρέ | λιγυρή | λιγυρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγυροί | λιγυρές | λιγυρά |
| Γενική | λιγυρών | λιγυρών | λιγυρών |
| Αιτιατική | λιγυρούς | λιγυρές | λιγυρά |
| Κλητική | λιγυροί | λιγυρές | λιγυρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →