Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιγυρός

/li.ʝiˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μελωδικός, εύηχος Βικιλεξικό
    • […] την ημέραν εκείνην δεν με αφύπνιζεν η θηριωδία των περιπλανωμένων αυτών τεράτων, δεν ήκουον τας λιγυράς φωνάς των κουλουροπωλών, δεν ήκουον βήματα διαβατών εις την πολυσύχναστον οδόν. (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι)
  2. ευλύγιστος, λυγερός Βικιλεξικό
  3. ευχάριστος Βικιλεξικό
  4. που έχει καθαρό, δυνατό ήχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιγυρός < αρχαία ελληνική λιγυρός < *λιγυλός < λιγύς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγυρόςλιγυρήλιγυρό
Γενικήλιγυρούλιγυρήςλιγυρού
Αιτιατικήλιγυρόλιγυρήλιγυρό
Κλητικήλιγυρέλιγυρήλιγυρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγυροίλιγυρέςλιγυρά
Γενικήλιγυρώνλιγυρώνλιγυρών
Αιτιατικήλιγυρούςλιγυρέςλιγυρά
Κλητικήλιγυροίλιγυρέςλιγυρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →