λιγωμάρα
•
- η αίσθηση του λιγώνομαι, κορεσμός από μια γεύση Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.
- η αίσθηση του λιγώνομαι, η τάση για λιποθυμία Βικιλεξικό
- η λιγούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιγωμάρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγωμάρα | λιγωμάρες |
| Γενική | λιγωμάρας | — |
| Αιτιατική | λιγωμάρα | λιγωμάρες |
| Κλητική | λιγωμάρα | λιγωμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →