Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιγότερος

/liˈɣo.te.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μικρότερη ποσότητα από κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 https://www.lecturesbureau.gr/1/%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1/)

Ετυμολογία

λιγότερος < λιγ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του λίγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγότεροςλιγότερηλιγότερο
Γενικήλιγότερουλιγότερηςλιγότερου
Αιτιατικήλιγότερολιγότερηλιγότερο
Κλητικήλιγότερελιγότερηλιγότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγότεροιλιγότερεςλιγότερα
Γενικήλιγότερωνλιγότερωνλιγότερων
Αιτιατικήλιγότερουςλιγότερεςλιγότερα
Κλητικήλιγότεροιλιγότερεςλιγότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →