λιγότερος
•
- που έχει μικρότερη ποσότητα από κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 https://www.lecturesbureau.gr/1/%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1/)
Ετυμολογία
λιγότερος < λιγ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του λίγος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγότερος | λιγότερη | λιγότερο |
| Γενική | λιγότερου | λιγότερης | λιγότερου |
| Αιτιατική | λιγότερο | λιγότερη | λιγότερο |
| Κλητική | λιγότερε | λιγότερη | λιγότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιγότεροι | λιγότερες | λιγότερα |
| Γενική | λιγότερων | λιγότερων | λιγότερων |
| Αιτιατική | λιγότερους | λιγότερες | λιγότερα |
| Κλητική | λιγότεροι | λιγότερες | λιγότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →