λιθάρι
•
- μεγάλη σχετικά πέτρα Βικιλεξικό
- Ξαφνικά σκόνταψε σ' ένα λιθάρι κι' έπεσε στο γόνατο. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
- Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- το αγώνισμα κατά το οποίο οι αθλητές ρίχνουν όσο πιο μακριά μπορούν μια βαριά πέτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λιθάρι(ν) < ελληνιστική κοινή λιθάριον < αρχαία ελληνική λίθος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιθάρι | λιθάρια |
| Γενική | λιθαριού | λιθαριών |
| Αιτιατική | λιθάρι | λιθάρια |
| Κλητική | λιθάρι | λιθάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →