Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθάρι

/liˈθa.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεγάλη σχετικά πέτρα Βικιλεξικό
    • Ξαφνικά σκόνταψε σ' ένα λιθάρι κι' έπεσε στο γόνατο. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
    • Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
  2. το αγώνισμα κατά το οποίο οι αθλητές ρίχνουν όσο πιο μακριά μπορούν μια βαριά πέτρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λιθάρι(ν) < ελληνιστική κοινή λιθάριον < αρχαία ελληνική λίθος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιθάριλιθάρια
Γενικήλιθαριούλιθαριών
Αιτιατικήλιθάριλιθάρια
Κλητικήλιθάριλιθάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →