Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθαγωγός

/li.θa.ɣoˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εργαλείοσυνώνυμο του λιθάγρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λιθαγωγός < (λίθος) λιθ- + -αγωγός :* για τον ιατρικό όρο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lithagogue

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιθαγωγόςλιθαγωγοί
Γενικήλιθαγωγούλιθαγωγών
Αιτιατικήλιθαγωγόλιθαγωγούς
Κλητικήλιθαγωγέλιθαγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λιθαγωγός

/li.θa.ɣoˈɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μεταφέρει πέτρες, λίθους Βικιλεξικό
  2. ειδικότερα ιατρικήπου έχει την ιδιότητα να βοηθά στη λιθαγωγία, την έξοδο λίθων από το σώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λιθαγωγός < (λίθος) λιθ- + -αγωγός :* για τον ιατρικό όρο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lithagogue

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθαγωγόςλιθαγωγόςλιθαγωγό
Γενικήλιθαγωγού—λιθαγωγού
Αιτιατικήλιθαγωγό—λιθαγωγό
Κλητικήλιθαγωγέ—λιθαγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθαγωγοί—λιθαγωγά
Γενικήλιθαγωγών—λιθαγωγών
Αιτιατικήλιθαγωγούς—λιθαγωγά
Κλητικήλιθαγωγοί—λιθαγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →