λιθογραφώ
•
- τυπογραφίαδημιουργώ λιθογραφίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθογραφώ < λιθογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιθογραφώ | λιθογραφείς | λιθογραφεί | λιθογραφούμε | λιθογραφείτε | λιθογραφούν / λιθογραφούνε |
| Παρατατικός | λιθογραφούσα | λιθογραφούσες | λιθογραφούσε | λιθογραφούσαμε | λιθογραφούσατε | λιθογραφούσαν / λιθογραφούσανε |
| Αόριστος | λιθογράφησα | λιθογράφησες | λιθογράφησε | λιθογραφήσαμε | λιθογραφήσατε | λιθογράφησαν / λιθογραφήσαν / λιθογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα λιθογραφήσω / θα λιθογραφώ | θα λιθογραφήσεις / θα λιθογραφείς | θα λιθογραφήσει / θα λιθογραφεί | θα λιθογραφήσουμε / θα λιθογραφούμε | θα λιθογραφήσετε / θα λιθογραφείτε | θα λιθογραφήσουν / θα λιθογραφήσουνε / θα λιθογραφούν / θα λιθογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω λιθογραφήσει | έχεις λιθογραφήσει | έχει λιθογραφήσει | έχουμε λιθογραφήσει | έχετε λιθογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιθογραφήσει | είχες λιθογραφήσει | είχε λιθογραφήσει | είχαμε λιθογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιθογραφήσει / να λιθογραφήσω / να λιθογραφώ | να έχεις λιθογραφήσει / να λιθογραφήσεις / να λιθογραφείς | να έχει λιθογραφήσει / να λιθογραφήσει / να λιθογραφεί | να έχουμε λιθογραφήσει / να λιθογραφήσουμε / να λιθογραφούμε | να έχετε λιθογραφήσει / να λιθογραφήσετε / να λιθογραφείτε | να λιθογραφήσουν / να λιθογραφήσουνε / να λιθογραφούν / να λιθογραφούνε |
| Προστακτική | — | λιθογράφει / λιθογράφησε | — | — | λιθογραφήστε / λιθογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →