Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθογραφώ

ρήμα
•
  1. τυπογραφίαδημιουργώ λιθογραφίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθογραφώ < λιθογράφος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλιθογραφώλιθογραφείςλιθογραφείλιθογραφούμελιθογραφείτελιθογραφούν / λιθογραφούνε
Παρατατικόςλιθογραφούσαλιθογραφούσεςλιθογραφούσελιθογραφούσαμελιθογραφούσατελιθογραφούσαν / λιθογραφούσανε
Αόριστοςλιθογράφησαλιθογράφησεςλιθογράφησελιθογραφήσαμελιθογραφήσατελιθογράφησαν / λιθογραφήσαν / λιθογραφήσανε
Μέλλονταςθα λιθογραφήσω / θα λιθογραφώθα λιθογραφήσεις / θα λιθογραφείςθα λιθογραφήσει / θα λιθογραφείθα λιθογραφήσουμε / θα λιθογραφούμεθα λιθογραφήσετε / θα λιθογραφείτεθα λιθογραφήσουν / θα λιθογραφήσουνε / θα λιθογραφούν / θα λιθογραφούνε
Παρακείμενοςέχω λιθογραφήσειέχεις λιθογραφήσειέχει λιθογραφήσειέχουμε λιθογραφήσειέχετε λιθογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λιθογραφήσειείχες λιθογραφήσειείχε λιθογραφήσειείχαμε λιθογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω λιθογραφήσει / να λιθογραφήσω / να λιθογραφώνα έχεις λιθογραφήσει / να λιθογραφήσεις / να λιθογραφείςνα έχει λιθογραφήσει / να λιθογραφήσει / να λιθογραφείνα έχουμε λιθογραφήσει / να λιθογραφήσουμε / να λιθογραφούμενα έχετε λιθογραφήσει / να λιθογραφήσετε / να λιθογραφείτενα λιθογραφήσουν / να λιθογραφήσουνε / να λιθογραφούν / να λιθογραφούνε
Προστακτική—λιθογράφει / λιθογράφησε——λιθογραφήστε / λιθογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →