Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθοδομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη λιθοδομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθοδομικός < λιθοδομία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθοδομικόςλιθοδομικήλιθοδομικό
Γενικήλιθοδομικούλιθοδομικήςλιθοδομικού
Αιτιατικήλιθοδομικόλιθοδομικήλιθοδομικό
Κλητικήλιθοδομικέλιθοδομικήλιθοδομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθοδομικοίλιθοδομικέςλιθοδομικά
Γενικήλιθοδομικώνλιθοδομικώνλιθοδομικών
Αιτιατικήλιθοδομικούςλιθοδομικέςλιθοδομικά
Κλητικήλιθοδομικοίλιθοδομικέςλιθοδομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →