λιθοδομικός
•
- που έχει σχέση με τη λιθοδομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθοδομικός < λιθοδομία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιθοδομικός | λιθοδομική | λιθοδομικό |
| Γενική | λιθοδομικού | λιθοδομικής | λιθοδομικού |
| Αιτιατική | λιθοδομικό | λιθοδομική | λιθοδομικό |
| Κλητική | λιθοδομικέ | λιθοδομική | λιθοδομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιθοδομικοί | λιθοδομικές | λιθοδομικά |
| Γενική | λιθοδομικών | λιθοδομικών | λιθοδομικών |
| Αιτιατική | λιθοδομικούς | λιθοδομικές | λιθοδομικά |
| Κλητική | λιθοδομικοί | λιθοδομικές | λιθοδομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →