Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθοδομώ

/li.θo.ðoˈmo/ρήμα
•
  1. αρχιτεκτονικήχτίζω χρησιμοποιώντας ως οικοδομικό υλικό λίθους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθοδομώ < λιθοδομή + -ώ < αρχαία ελληνική λιθοδόμος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλιθοδομώλιθοδομείςλιθοδομείλιθοδομούμελιθοδομείτελιθοδομούν / λιθοδομούνε
Παρατατικόςλιθοδομούσαλιθοδομούσεςλιθοδομούσελιθοδομούσαμελιθοδομούσατελιθοδομούσαν / λιθοδομούσανε
Αόριστοςλιθοδόμησαλιθοδόμησεςλιθοδόμησελιθοδομήσαμελιθοδομήσατελιθοδομήσαν / λιθοδομήσανε / λιθοδόμησαν
Μέλλονταςθα λιθοδομήσω / θα λιθοδομώθα λιθοδομήσεις / θα λιθοδομείςθα λιθοδομήσει / θα λιθοδομείθα λιθοδομήσουμε / θα λιθοδομούμεθα λιθοδομήσετε / θα λιθοδομείτεθα λιθοδομήσουν / θα λιθοδομήσουνε / θα λιθοδομούν / θα λιθοδομούνε
Παρακείμενοςέχω λιθοδομήσειέχεις λιθοδομήσειέχει λιθοδομήσειέχουμε λιθοδομήσειέχετε λιθοδομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λιθοδομήσειείχες λιθοδομήσειείχε λιθοδομήσειείχαμε λιθοδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω λιθοδομήσει / να λιθοδομήσω / να λιθοδομώνα έχεις λιθοδομήσει / να λιθοδομήσεις / να λιθοδομείςνα έχει λιθοδομήσει / να λιθοδομήσει / να λιθοδομείνα έχουμε λιθοδομήσει / να λιθοδομήσουμε / να λιθοδομούμενα έχετε λιθοδομήσει / να λιθοδομήσετε / να λιθοδομείτενα λιθοδομήσουν / να λιθοδομήσουνε / να λιθοδομούν / να λιθοδομούνε
Προστακτική—λιθοδόμει / λιθοδόμησε——λιθοδομήστε / λιθοδομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →