λιθολογώ
•
- αρχιτεκτονικήκτίζω με μη κατεργασμένους λίθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθολογώ < (ελληνιστική κοινή) / λιθολογῶ < αρχαία ελληνική λίθος + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιθολογώ | λιθολογείς | λιθολογεί | λιθολογούμε | λιθολογείτε | λιθολογούν / λιθολογούνε |
| Παρατατικός | λιθολογούσα | λιθολογούσες | λιθολογούσε | λιθολογούσαμε | λιθολογούσατε | λιθολογούσαν / λιθολογούσανε |
| Αόριστος | λιθολόγησα | λιθολόγησες | λιθολόγησε | λιθολογήσαμε | λιθολογήσατε | λιθολογήσαν / λιθολογήσανε / λιθολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα λιθολογήσω / θα λιθολογώ | θα λιθολογήσεις / θα λιθολογείς | θα λιθολογήσει / θα λιθολογεί | θα λιθολογήσουμε / θα λιθολογούμε | θα λιθολογήσετε / θα λιθολογείτε | θα λιθολογήσουν / θα λιθολογήσουνε / θα λιθολογούν / θα λιθολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω λιθολογήσει | έχεις λιθολογήσει | έχει λιθολογήσει | έχουμε λιθολογήσει | έχετε λιθολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιθολογήσει | είχες λιθολογήσει | είχε λιθολογήσει | είχαμε λιθολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιθολογήσει / να λιθολογήσω / να λιθολογώ | να έχεις λιθολογήσει / να λιθολογήσεις / να λιθολογείς | να έχει λιθολογήσει / να λιθολογήσει / να λιθολογεί | να έχουμε λιθολογήσει / να λιθολογήσουμε / να λιθολογούμε | να έχετε λιθολογήσει / να λιθολογήσετε / να λιθολογείτε | να λιθολογήσουν / να λιθολογήσουνε / να λιθολογούν / να λιθολογούνε |
| Προστακτική | — | λιθολόγει / λιθολόγησε | — | — | λιθολογήστε / λιθολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →