Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθοπέτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικότο ρίξιμο της πέτρας ή η απόσταση που μπορεί να φτάσει μια πέτρα όταν τη ρίξει κάποιος Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Θ΄ στίχ. 529 (529-530) αρχική έκδοση: 1938
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, αρχική έκδοση 1955.
    • κι ως ένα λιθοπέτι βλέπουνε τα μάτια σου μονάχα·

Ετυμολογία

λιθοπέτι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιθοπέτιλιθοπέτια
Γενικήλιθοπετιούλιθοπετιών
Αιτιατικήλιθοπέτιλιθοπέτια
Κλητικήλιθοπέτιλιθοπέτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →