Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθορριπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στρώμα ακατέργαστων ή κατεργασμένων λίθων που χρησιμοποιείται σε τεχνικά, υδραυλικά ή άλλα έργα για συγκράτηση των εδαφών, προστασία από κατολισθήσεις, πλημμύρες κ.ά., ως κυματοθραύστης κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Από τα κατάλοιπα που εντοπίστηκαν στη νότια πλευρά του Όρμου, ξεχωρίζουν, από τα δυτικά προς τα ανατολικά, λιθορριπές (κυματοθραύστες), μόλος μήκους 40 μ. και μακρός τοίχος (μήκους 30 μ. περίπου) παράλληλος προς την ακτή, με συναπτόμενη τετράγωνη πυργοειδή (;) κατασκευή, διαστάσεων 6×6 μ. (*)
  2. στρώμα ακατέργαστων ή κατεργασμένων λίθων, που έχουν μετακινηθεί / πέσει από την αρχική τους θέση και κείτονται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθορριπή < λίθ(ος) + -ο- + ριπή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιθορριπήλιθορριπές
Γενικήλιθορριπήςλιθορριπών
Αιτιατικήλιθορριπήλιθορριπές
Κλητικήλιθορριπήλιθορριπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →