Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθοτομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον λιθοτόμο ή την λιθοτομία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθοτομικός < ελληνιστική κοινή λιθοτομικός < λιθοτόμος < αρχαία ελληνική λίθος + τέμνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθοτομικόςλιθοτομικήλιθοτομικό
Γενικήλιθοτομικούλιθοτομικήςλιθοτομικού
Αιτιατικήλιθοτομικόλιθοτομικήλιθοτομικό
Κλητικήλιθοτομικέλιθοτομικήλιθοτομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθοτομικοίλιθοτομικέςλιθοτομικά
Γενικήλιθοτομικώνλιθοτομικώνλιθοτομικών
Αιτιατικήλιθοτομικούςλιθοτομικέςλιθοτομικά
Κλητικήλιθοτομικοίλιθοτομικέςλιθοτομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →