Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιθόστρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν λιθοστρώσει Βικιλεξικό
    • Ὁ πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸν καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς τὴν πολίχνην, τὴν μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρῃ ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐτρεπίσῃ, νὰ στολίσῃ τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμῃ ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς κοκόνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ κοκόνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθῃ. Ἡ κοκόνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι, καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελείωτη, ἔρημη καὶ ἄχαρη, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχον.
  2. ουσιαστικοποιημένολιθόστρωτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιθόστρωτος < αρχαία ελληνική λιθόστρωτος < λίθος + στρώννυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθόστρωτοςλιθόστρωτηλιθόστρωτο
Γενικήλιθόστρωτουλιθόστρωτηςλιθόστρωτου
Αιτιατικήλιθόστρωτολιθόστρωτηλιθόστρωτο
Κλητικήλιθόστρωτελιθόστρωτηλιθόστρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιθόστρωτοιλιθόστρωτεςλιθόστρωτα
Γενικήλιθόστρωτωνλιθόστρωτωνλιθόστρωτων
Αιτιατικήλιθόστρωτουςλιθόστρωτεςλιθόστρωτα
Κλητικήλιθόστρωτοιλιθόστρωτεςλιθόστρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →