λικνίζω
•
- κουνάω ελαφρά κάτι πέρα δώθε Βικιλεξικό
- Ανέβηκε στην πίστα και άρχισε να λικνίζει ρυθμικά το κορμί της.
Ετυμολογία
λικνίζω, λόγια λέξη για να περιγραφεί μία κίνηση παρόμοια με αυτήν της κούνιας του μωρού < (ελληνιστική κοινή) (λιχνίζω) < αρχαία ελληνική λίκνον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λικνίζω | λικνίζεις | λικνίζει | λικνίζουμε | λικνίζετε | λικνίζουν / λικνίζουνε |
| Παρατατικός | λίκνιζα | λίκνιζες | λίκνιζε | λικνίζαμε | λικνίζατε | λίκνιζαν / λικνίζαν / λικνίζανε |
| Αόριστος | λίκνισα | λίκνισες | λίκνισε | λικνίσαμε | λικνίσατε | λίκνισαν / λικνίσαν / λικνίσανε |
| Μέλλοντας | θα λικνίζω / θα λικνίσω | θα λικνίζεις / θα λικνίσεις | θα λικνίζει / θα λικνίσει | θα λικνίζουμε / θα λικνίσουμε | θα λικνίζετε / θα λικνίσετε | θα λικνίζουν / θα λικνίζουνε / θα λικνίσουν / θα λικνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λικνίσει | έχεις λικνίσει | έχει λικνίσει | έχουμε λικνίσει | έχετε λικνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λικνίσει | είχες λικνίσει | είχε λικνίσει | είχαμε λικνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λικνίσει / να λικνίζω / να λικνίσω | να έχεις λικνίσει / να λικνίζεις / να λικνίσεις | να έχει λικνίσει / να λικνίζει / να λικνίσει | να έχουμε λικνίσει / να λικνίζουμε / να λικνίσουμε | να έχετε λικνίσει / να λικνίζετε / να λικνίσετε | να λικνίζουν / να λικνίζουνε / να λικνίσουν / να λικνίσουνε |
| Προστακτική | — | λίκνιζε / λίκνισε | — | — | λικνίζετε / λικνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →