λιμά
•
- σε χαρτοπαίγνιοτα τραπουλόχαρτα με μικρούς αριθμούς (λ.χ. κάτω του 7 ή 8), που έχουν μικρή αξία - ισχύ στα περισσότερα παιχνίδια με χαρτιά Βικιλεξικό
- για χρήματατα ψιλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιμά < λιμ(ός) + -ά • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιμά | λιμά |
| Γενική | — | λιμών |
| Αιτιατική | — | λιμά |
| Κλητική | — | λιμά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →