λιμενοσταθμάρχης
•
- σταθμάρχης / επικεφαλής ενός λιμενικού σταθμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιμενοσταθμάρχης < λιμέν(ας) + -ο- + σταθμάρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιμενοσταθμάρχης | λιμενοσταθμάρχες |
| Γενική | λιμενοσταθμάρχη / λιμενοσταθμάρχου | λιμενοσταθμαρχών |
| Αιτιατική | λιμενοσταθμάρχη | λιμενοσταθμάρχες |
| Κλητική | λιμενοσταθμάρχα / λιμενοσταθμάρχη | λιμενοσταθμάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →