λιμνάζω
•
- κυριολεκτικάείμαι στάσιμος, σχηματίζω λίμνη Βικιλεξικό
- μεταφορικάείμαι ακίνητος και αδρανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιμνάζω < αρχαία ελληνική λιμνάζω < λίμνη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιμνάζω | λιμνάζεις | λιμνάζει | λιμνάζουμε | λιμνάζετε | λιμνάζουν / λιμνάζουνε |
| Παρατατικός | λίμναζα | λίμναζες | λίμναζε | λιμνάζαμε | λιμνάζατε | λίμναζαν / λιμνάζαν / λιμνάζανε |
| Αόριστος | λίμνασα | λίμνασες | λίμνασε | λιμνάσαμε | λιμνάσατε | λίμνασαν / λιμνάσαν / λιμνάσανε |
| Μέλλοντας | θα λιμνάζω / θα λιμνάσω | θα λιμνάζεις / θα λιμνάσεις | θα λιμνάζει / θα λιμνάσει | θα λιμνάζουμε / θα λιμνάσουμε | θα λιμνάζετε / θα λιμνάσετε | θα λιμνάζουν / θα λιμνάζουνε / θα λιμνάσουν / θα λιμνάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιμνάσει | έχεις λιμνάσει | έχει λιμνάσει | έχουμε λιμνάσει | έχετε λιμνάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιμνάσει | είχες λιμνάσει | είχε λιμνάσει | είχαμε λιμνάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιμνάσει / να λιμνάζω / να λιμνάσω | να έχεις λιμνάσει / να λιμνάζεις / να λιμνάσεις | να έχει λιμνάσει / να λιμνάζει / να λιμνάσει | να έχουμε λιμνάσει / να λιμνάζουμε / να λιμνάσουμε | να έχετε λιμνάσει / να λιμνάζετε / να λιμνάσετε | να λιμνάζουν / να λιμνάζουνε / να λιμνάσουν / να λιμνάσουνε |
| Προστακτική | — | λίμναζε / λίμνασε | — | — | λιμνάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λιμνάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →