Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιμνίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λίμνη, αναφέρεται σ’ αυτή, ανήκει σ’ αυτή ή βρίσκεται σε λίμνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιμνίσιος < λίμνη + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιμνίσιοςλιμνίσιαλιμνίσιο
Γενικήλιμνίσιουλιμνίσιαςλιμνίσιου
Αιτιατικήλιμνίσιολιμνίσιαλιμνίσιο
Κλητικήλιμνίσιελιμνίσιαλιμνίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιμνίσιοιλιμνίσιεςλιμνίσια
Γενικήλιμνίσιωνλιμνίσιωνλιμνίσιων
Αιτιατικήλιμνίσιουςλιμνίσιεςλιμνίσια
Κλητικήλιμνίσιοιλιμνίσιεςλιμνίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →