λιμνοδεξαμενή
•
- νεολογισμόςδεξαμενή που δημιουργείται με φράγμα (ή άλλον τρόπο) σε κάποιο σημείο ποταμού ή ρέματος ή κοντά σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιμνοδεξαμενή (νεολογισμός) < λίμνη + -ο- + δεξαμενή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιμνοδεξαμενή | λιμνοδεξαμενές |
| Γενική | λιμνοδεξαμενής | λιμνοδεξαμενών |
| Αιτιατική | λιμνοδεξαμενή | λιμνοδεξαμενές |
| Κλητική | λιμνοδεξαμενή | λιμνοδεξαμενές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →