Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιμώττω

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςπεινάω σε βασανιστικό βαθμό ή είμαι εξαντλημένος απ’ την πείνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιμώττω < ελληνιστική κοινή λιμώττω / λιμώσσω < αρχαία ελληνική λιμός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →