λινάτσα
•
- πλεκτό ύφασμα από χοντρό λινάρι ή κάνναβη που χρησιμοποιείται κυρίως για τσουβάλια Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησφουγγαρόπανο από κομμάτι υφάσματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο κατώτερης ποιότητας, ευτελής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λινάτσα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λινάτσα | λινάτσες |
| Γενική | λινάτσας | λινατσών |
| Αιτιατική | λινάτσα | λινάτσες |
| Κλητική | λινάτσα | λινάτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →