Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λινάτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πλεκτό ύφασμα από χοντρό λινάρι ή κάνναβη που χρησιμοποιείται κυρίως για τσουβάλια Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησφουγγαρόπανο από κομμάτι υφάσματος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάτομο κατώτερης ποιότητας, ευτελής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λινάτσα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλινάτσαλινάτσες
Γενικήλινάτσαςλινατσών
Αιτιατικήλινάτσαλινάτσες
Κλητικήλινάτσαλινάτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →