Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λινέλαιο

/liˈne.le.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λάδι που προέρχεται από την επεξεργασία του λιναρόσπορου Βικιλεξικό
    • Σκοπός της διαδικασίας είναι η κατασκευή μαγειρικών λιπών, για τα οποία τα στερεά πλέον λινέλαια και ιχθυέλαια αναμειγνύονται με ελαιόλαδο και βαμβακέλαιο. Τη σχετική παραγωγή ο Ελαιοφοίνιξ άρχισε το 1931. Ως τότε στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται εισαγόμενα μαγειρικά λίπη από τη Βόρεια Ευρώπη (συνήθως με πρώτη ύλη το ιχθυέλαιο) (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδόσεις Κέρκυρα, 2006, σελ. 101)

Ετυμολογία

λινέλαιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λινέλαιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλινέλαιολινέλαια
Γενικήλινέλαιου / λινελαίουλινέλαιων / λινελαίων
Αιτιατικήλινέλαιολινέλαια
Κλητικήλινέλαιολινέλαια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →