λινγκουίνι
•
- είδος λεπτού μακρύ επίπεδου ζυμαρικού σε μορφή σπαγγέτι που διακρίνεται ανάλογα με το μέγεθός του σε μπαβέτι και τρενάτι Βικιλεξικό
- πιάτο φαγητού φτιαγμένο με λινγκουίνι, χαρακτηριζόμενο ανάλογα από τον τρόπο μαγειρέματος ή από το είδος που τα συνοδεύουν Βικιλεξικό
- Τα λιγκουίνια ανήκουν στα μακριά ζυμαρικά.
Ετυμολογία
λινγκουίνι < ιταλική linguine πληθυντικός του linguina (= γλωσσίτσα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λινγκουίνι | λινγκουίνια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | λινγκουίνι | λινγκουίνια |
| Κλητική | λινγκουίνι | λινγκουίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →