Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λινγκουίνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος λεπτού μακρύ επίπεδου ζυμαρικού σε μορφή σπαγγέτι που διακρίνεται ανάλογα με το μέγεθός του σε μπαβέτι και τρενάτι Βικιλεξικό
  2. πιάτο φαγητού φτιαγμένο με λινγκουίνι, χαρακτηριζόμενο ανάλογα από τον τρόπο μαγειρέματος ή από το είδος που τα συνοδεύουν Βικιλεξικό
    • Τα λιγκουίνια ανήκουν στα μακριά ζυμαρικά.

Ετυμολογία

λινγκουίνι < ιταλική linguine πληθυντικός του linguina (= γλωσσίτσα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλινγκουίνιλινγκουίνια
Γενική——
Αιτιατικήλινγκουίνιλινγκουίνια
Κλητικήλινγκουίνιλινγκουίνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →